κατέχω

κατ|έχω держать крепко, удерживать, сдерживать; 2. занимать место, должность

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κατέχω" в других словарях:

  • κατέχω — βλ. πίν. 154 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) Σημειώσεις: κατέχω : από την παθητική φωνή χρησιμοποιείται κυρίως η μτχ. ενεστώτα κατεχόμενος, π.χ. κατεχόμενα εδάφη (→ που βρίσκονται κάτω από ξένη κατοχή). Δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με το ρ.… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατέχω — (AM κατέχω) 1. έχω κάτι υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος ενός πράγματος (α. «κατέχει το κτήμα» β. «κρατεῑν ὧν κατεσχήκασι κλήρων») 2. κρατώ υπό την εξουσία μου, εξουσιάζω (α. «ο εχθρός κατέχει την πόλη» β. «τὴν χρονώδη Θρῄκην κατέχει», Ευρ.) 3.… …   Dictionary of Greek

  • κατέχω — καταχώννυμι cover with a heap imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) κατέχω hold fast pres subj act 1st sg κατέχω hold fast pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέχω — [катэхо] р. владеть, знать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κατέχω — κατείχα 1. έχω στην εξουσία μου: Οι Ισραηλινοί κατέχουν εδάφη που ανήκουν στους Άραβες. 2. γνωρίζω κάτι πολύ καλά: Την κατέχει τη δουλειά του. 3. βρίσκομαι σε κάποια θέση, υπηρετώ κάπου: Το οχυρό κατέχει θέση που δεσπόζει σ όλη την περιοχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατέχεσθε — κατέχω hold fast pres imperat mp 2nd pl κατέχω hold fast pres ind mp 2nd pl κατέχω hold fast imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέχετε — κατέχω hold fast pres imperat act 2nd pl κατέχω hold fast pres ind act 2nd pl κατέχω hold fast imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέχῃ — κατέχω hold fast pres subj mp 2nd sg κατέχω hold fast pres ind mp 2nd sg κατέχω hold fast pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθέξον — κατέχω hold fast fut part act masc voc sg κατέχω hold fast fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθέξοντα — κατέχω hold fast fut part act neut nom/voc/acc pl κατέχω hold fast fut part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθέξουσι — κατέχω hold fast fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) κατέχω hold fast fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.